اكال
Osmanlıca - Rumca - اكال maddesi. Cilt: 1 Sayfa: 166 - Sira: 2

TÜRKÇE´DEN RUMCA´YA KAMUS-İ OSMANÎ, Yanko Hloros, 1899,, اكال yunanca ne demek. Osmanlıca - Rumca Sözlük, Türkçe - Yunanca Sözlük, اكال kelimesinin yunanca anlamı karşılığı nedir? Yunancada ne anlama gelir. Yunanlılar nasıl der.
Οθωμανικό-Ρωμαίικο Λεξικό , Τουρκοελληνικό Λεξικό, Τι σημαίνει اكال ; Ποια είναι η σημασία της λέξης اكال ; Σε ποια έννοια χρησιμοποιείται το اكال ; Τι εκφράζει ο όρος اكال ; Ποια είναι η λεξική σημασία του اكال ; Τι είναι το اكال ; Τι σημαίνει το اكال ; Ποια είναι η επέκταση του اكال ; Μπορείτε να εξηγήσετε τη σημασία του اكال ; Τι αντιπροσωπεύει το اكال ; Λεξικό της Παλιάς Κωνσταντινούπολης Ρωμαίικης
اكال güncel sözlüklerde anlamı:
ekkâl ::: (a. s. ekl'den.) : 1) çok ekleden, yiyen, obur. (bkz. : bu'le, ekûl).
ekkâl-üs-suht ::: çok haram yiyen. 2) etrafındaki etleri çürütüp mahveden [yara], (bkz. : âkile).