عامل
Osmanlıca - Rumca - عامل maddesi. Cilt: 2 Sayfa: 1113 - Sira: 15

TÜRKÇE´DEN RUMCA´YA KAMUS-İ OSMANÎ, Yanko Hloros, 1899,, عامل yunanca ne demek. Osmanlıca - Rumca Sözlük, Türkçe - Yunanca Sözlük, عامل kelimesinin yunanca anlamı karşılığı nedir? Yunancada ne anlama gelir. Yunanlılar nasıl der.
Οθωμανικό-Ρωμαίικο Λεξικό , Τουρκοελληνικό Λεξικό, Τι σημαίνει عامل ; Ποια είναι η σημασία της λέξης عامل ; Σε ποια έννοια χρησιμοποιείται το عامل ; Τι εκφράζει ο όρος عامل ; Ποια είναι η λεξική σημασία του عامل ; Τι είναι το عامل ; Τι σημαίνει το عامل ; Ποια είναι η επέκταση του عامل ; Μπορείτε να εξηγήσετε τη σημασία του عامل ; Τι αντιπροσωπεύει το عامل ; Λεξικό της Παλιάς Κωνσταντινούπολης Ρωμαίικης
عامل güncel sözlüklerde anlamı:
âmil ::: (a. s. amel'den. c. : amele, avâmil) : 1) sebep. 2) işleyen. 3) i. vergi tahsîline memur kimse; mütesellim; mütevelli. 4) i. tar. vâlî.
âmil ::: işleyen , sebep , yapan , vali
âmil ::: amel eden
âmil ::: yapan
âmil ::: işleyen
âmil ::: memur
âmil ::: icracı
âmil ::: işçi
âmil ::: (a. s. amel'den. c. : amele, avâmil) 1) sebep. 2) işleyen. 3) i. vergi tahsîline memur kimse; mütesellim; mütevelli. 4) i. tar. vâlî.
âmil ::: sebep
âmil ::: faktör
âmil ::: etken
âmil ::: vergi memuru
âmil ::: mütesellim
âmil ::: mütevelli
âmil ::: vali