Çağdaş Sözlük

درد

Osmanlıca - Rumca - درد maddesi. Cilt: 1 Sayfa: 775 - Sira: 3

TÜRKÇE´DEN RUMCA´YA KAMUS-İ OSMANÎ, Yanko Hloros, 1899,, درد yunanca ne demek. Osmanlıca - Rumca Sözlük, Türkçe - Yunanca Sözlük, درد kelimesinin yunanca anlamı karşılığı nedir? Yunancada ne anlama gelir. Yunanlılar nasıl der.

Οθωμανικό-Ρωμαίικο Λεξικό , Τουρκοελληνικό Λεξικό, Τι σημαίνει درد ; Ποια είναι η σημασία της λέξης درد ; Σε ποια έννοια χρησιμοποιείται το درد ; Τι εκφράζει ο όρος درد ; Ποια είναι η λεξική σημασία του درد ; Τι είναι το درد ; Τι σημαίνει το درد ; Ποια είναι η επέκταση του درد ; Μπορείτε να εξηγήσετε τη σημασία του درد ; Τι αντιπροσωπεύει το درد ; Λεξικό της Παλιάς Κωνσταντινούπολης Ρωμαίικης

درد güncel sözlüklerde anlamı:

derd ::: (f. i.) : 1) dert, gam, keder, kasavet, tasa, kaygı. 2) acı, ağrı, sızı.

derd-i demâdem ::: zaman zaman gelen dert.

derd-i derûn ::: gönül kaygısı.

derd-i dil ::: gönül tasası.

derd-i hired ::: akıl derdi.

derd-i ser ::: baş derdi; sıkıntı.

derd ::: dert , ağrı , hastalık

dürd ::: tortu

derd ::: ‬dert acı

derd ::: ağrı

dürd ::: ‬tortu